Η χορήγηση αδειών στο πλαίσιο της πλήρους απασχόλησης, αποτελεί αναντίλεκτα ένα μείζονος σημασίας ζήτημα, που είναι παρών όσο ποτέ, διασφαλίζοντας τα αυτονόητα δικαιώματα των εργαζομένων. Παρακάτω παρατίθενται οι προβλεπόμενες από το νόμο άδειες με γνώμονα τα έτη εργασίας στον ίδιο εργοδότη είτε τα εν γένει έτη προϋπηρεσίας, ως και οι ειδικές κατηγορίες της κοινώς γνωστής ως «αναρρωτικής άδειας».
Κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση βασικού χρόνου εργασίας.
Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτόν. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερώνεπί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης.
Ειδικότερα κάθε εργαζόμενος δικαιούται άδεια από τον 1ο μήνα απασχόλησής του στην ίδια επιχείρηση. Οι ημέρες της δικαιούμενης άδειας υπολογίζονται ως εξής:
Από την έναρξη της σύμβασης εργασίας και μέχρι τη συμπλήρωση 12 μηνών συνεχούς απασχόλησης (εντός δηλαδή του 1ου ημερολογιακού έτους) στην επιχείρηση ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές, κατ’ αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται με βάση την ετήσια άδεια:
24 ημερών (για εξαήμερη εργασία), δηλαδή 24/12 x μήνες απασχόλησης με στρογγυλοποίηση του γινομένου ή 2 ημέρες αδείας για κάθε μήνα απασχόλησης.
20 ημερών (για πενθήμερη εργασία), δηλαδή 20/12 x μήνες απασχόλησης με στρογγυλοποίηση του γινομένου ή 1,6667 ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης.
Από τη συμπλήρωση του 12μήνου και έως 31-12 του 2ου ημερολογιακού έτους απασχόλησης:
25 ημέρες (για εξαήμερη εργασία) για όλο το έτος ή 25/12 μήνες απασχόλησης με στρογγυλοποίηση του γινομένου.
21 ημέρες (για πενθήμερη εργασία) για όλο το έτος ή 21/12 μήνες απασχόλησης με στρογγυλοποίηση του γινομένου.
Από τη συμπλήρωση των 24 μηνών και για κάθε επόμενο έτος απασχόλησης:
26 ημέρες για εξαήμερη εργασία.
22 ημέρες για πενθήμερη εργασία.
Από τη συμπλήρωση υπηρεσίας 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσίας 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας η ετήσια άδεια φτάνει τις 30 εργάσιμες ημέρες (για εξαήμερη εργασία) ή τις 25 εργάσιμες ημέρες (για πενθήμερη εργασία).
Ειδικότερα το ζήτημα της «αναρρωτικής» άδειας ένεκα «ασθένειας βραχείας διάρκειας» είτε «ασθένειας μεγαλύτερης διάρκειας ή εξ άλλης αιτίας» αποτελεί ένα φλέγον ζήτημα που προβληματίζει μια μεγάλη μερίδα του κόσμου, που επιδιώκει δίκαιη αντιμετώπιση, υγιές εργασιακό περιβάλλον καθώς και την προστασία των μετά κόπων και βασάνων κεκτημένων.
Έτσι λοιπόν για Ι. την άδεια ένεκα ασθένειας βραχείας διάρκειας προβλέπεται:
Ως ασθένεια «βραχείας διάρκειας» ορίζεται η απουσία του μισθωτού από την εργασία του η οποία έχει διάρκεια κατ’ ελάχιστο:
έναν (1) μήνα, για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη ως τέσσερα (4) συνεχόμενα έτη.
Τρεις (3) μήνες για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη περισσότερο από τέσσερα (4) συνεχόμενα έτη, αλλά όχι όμως πάνω από δέκα (10).
Τέσσερις (4) μήνες για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη περισσότερο από δέκα (10) συνεχόμενα έτη, αλλά όχι όμως πάνω από δεκαπέντε (15) έτη,
Έξι (6) μήνες για τους υπαλλήλους που εργάζονται στον ίδιο εργοδότη για χρονικό διάστημα ανώτερο των δεκαπέντε (15) ετών
Ενώ αναφορικά με την άδεια ΙΙ. «ασθένειας μεγαλύτερης διάρκειας ή εξ άλλης αιτίας» προβλέπεται: Αν η αποχή από την εργασία είναι μεγαλύτερης διάρκειας από τα όρια που θέτει η νομοθεσία, ή αν η αποχή δεν οφείλεται σε ασθένεια, αλλά σε άλλη αιτία, τότε το δικαστήριο θα κρίνει με βάση τα πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν την αποχή εάν η αποχή συνιστά σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Επισημαίνεται ότι ο εργοδότης δεν δικαιούται να μην χορηγήσει άδεια εργασίας ή αναρρωτική άδεια σε εργαζόμενο.
Ομοίως, επισημαίνεται πως σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τις αποδοχές αδείας στον εργαζόμενο.
Οι έμπειροι και εξειδικευμένοι στο αστικό δίκαιο συνεργάτες του γραφείου μας, με επικεφαλής της Ποινικολόγο Αναστασία Β. Κερχανατζίδου μπορούν να σας καθοδηγήσουν σε κάθε διαδικασία ή απορία σχετικά με τις άδειες εργασίας ή τις αναρρωτικές άδειες. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα τηλέφωνα 211 0131115, 2128107058, 210 5155994, 6959406687 ή στο email: info@kerchanatzidou-law.gr.
Η χορήγηση αδειών στο πλαίσιο της πλήρους απασχόλησης, αποτελεί αναντίλεκτα ένα μείζονος σημασίας ζήτημα, που είναι παρών όσο ποτέ, διασφαλίζοντας τα αυτονόητα δικαιώματα των εργαζομένων. Παρακάτω παρατίθενται οι προβλεπόμενες από το νόμο άδειες με γνώμονα τα έτη εργασίας στον ίδιο εργοδότη είτε τα εν γένει έτη προϋπηρεσίας, ως και οι ειδικές κατηγορίες της κοινώς γνωστής ως «αναρρωτικής άδειας».
Κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση βασικού χρόνου εργασίας.
Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτόν. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας 20 εργασίμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργασίμων ημερών επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης.
Ειδικότερα κάθε εργαζόμενος δικαιούται άδεια από τον 1ο μήνα απασχόλησής του στην ίδια επιχείρηση. Οι ημέρες της δικαιούμενης άδειας υπολογίζονται ως εξής:
Ειδικότερα το ζήτημα της «αναρρωτικής» άδειας ένεκα «ασθένειας βραχείας διάρκειας» είτε «ασθένειας μεγαλύτερης διάρκειας ή εξ άλλης αιτίας» αποτελεί ένα φλέγον ζήτημα που προβληματίζει μια μεγάλη μερίδα του κόσμου, που επιδιώκει δίκαιη αντιμετώπιση, υγιές εργασιακό περιβάλλον καθώς και την προστασία των μετά κόπων και βασάνων κεκτημένων.
Έτσι λοιπόν για Ι. την άδεια ένεκα ασθένειας βραχείας διάρκειας προβλέπεται:
Ως ασθένεια «βραχείας διάρκειας» ορίζεται η απουσία του μισθωτού από την εργασία του η οποία έχει διάρκεια κατ’ ελάχιστο:
Ενώ αναφορικά με την άδεια ΙΙ. «ασθένειας μεγαλύτερης διάρκειας ή εξ άλλης αιτίας» προβλέπεται: Αν η αποχή από την εργασία είναι μεγαλύτερης διάρκειας από τα όρια που θέτει η νομοθεσία, ή αν η αποχή δεν οφείλεται σε ασθένεια, αλλά σε άλλη αιτία, τότε το δικαστήριο θα κρίνει με βάση τα πραγματικά περιστατικά που συνοδεύουν την αποχή εάν η αποχή συνιστά σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Επισημαίνεται ότι ο εργοδότης δεν δικαιούται να μην χορηγήσει άδεια εργασίας ή αναρρωτική άδεια σε εργαζόμενο.
Ομοίως, επισημαίνεται πως σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τις αποδοχές αδείας στον εργαζόμενο.
Οι έμπειροι και εξειδικευμένοι στο αστικό δίκαιο συνεργάτες του γραφείου μας, με επικεφαλής της Ποινικολόγο Αναστασία Β. Κερχανατζίδου μπορούν να σας καθοδηγήσουν σε κάθε διαδικασία ή απορία σχετικά με τις άδειες εργασίας ή τις αναρρωτικές άδειες. Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στα τηλέφωνα 211 0131115, 2128107058, 210 5155994, 6959406687 ή στο email: info@kerchanatzidou-law.gr.